
Τα κόκκινα δάνεια μειώθηκαν. Οι τράπεζες κερδίζουν. Οι δείκτες δείχνουν σταθερότητα. Όλα δείχνουν καλά.
Αλλά αν κοιτάξεις πιο βαθιά, η εικόνα είναι λιγότερο ισορροπημένη απ’ όσο δείχνουν οι αριθμοί.
Η μείωση των «κόκκινων δανείων» δεν προήλθε κυρίως από την οικονομική ανάκαμψη των δανειοληπτών. Προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τη μεταφορά τους εκτός τραπεζικών ισολογισμών — μέσω πωλήσεων σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων. Τα δάνεια αυτά πωλήθηκαν, σε πολλές περιπτώσεις, σε επίπεδα που άγγιζαν το 19% της ονομαστικής τους αξίας.

Το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η πώληση. Είναι ότι το κράτος και οι εποπτικές αρχές επέλεξαν μια λύση που ευνόησε τη γρήγορη εξυγίανση των τραπεζών, χωρίς να διασφαλίσουν αντίστοιχη προστασία ή δίκαιη μεταχείριση για τους πολίτες.
Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Και το αίσθημα αδικίας δεν περιορίζεται στους επηρεαζόμενους δανειολήπτες — διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία.
Εδώ εμφανίζεται η πιο ύπουλη, μακροπρόθεσμη συνέπεια: η αλλαγή νοοτροπίας μιας ολόκληρης γενιάς.
Η νέα γενιά στην Κύπρο μεγάλωσε βλέποντας τις εμπειρίες των γονιών της — υπερχρέωση, απώλεια περιουσιών, χρόνια πίεση και αβεβαιότητα. Η ιδέα του να πάρεις δάνειο για να επενδύσεις — σε ακίνητα, σε επιχείρηση — δεν θεωρείται πλέον φυσικό βήμα. Αντιμετωπίζεται με φόβο και δυσπιστία.

Και αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις. Η ανάπτυξη βασίζεται στην ανάληψη υγιούς κινδύνου. Όταν μια ολόκληρη γενιά αποφεύγει τον δανεισμό — όχι λόγω έλλειψης ευκαιριών αλλά λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης — τότε δημιουργείται δομικό πρόβλημα.
Πολλές επενδυτικές ευκαιρίες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από Κύπριους, καταλήγουν σε ξένους επενδυτές. Όχι επειδή οι ευκαιρίες δεν είναι ελκυστικές, αλλά επειδή οι ντόπιοι — ιδιαίτερα οι νέοι — δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν τον κίνδυνο μέσω τραπεζικού δανεισμού. Ένα σημαντικό μέρος της ανάπτυξης στηρίζεται όλο και περισσότερο σε ξένα κεφάλαια.
Η εισροή ξένων επενδύσεων είναι θετική και απαραίτητη για μια μικρή οικονομία. Αλλά η υπερβολική εξάρτηση δημιουργεί ευπάθειες — περιορίζει τη διάχυση του πλούτου στην τοπική κοινωνία και αυξάνει τον κίνδυνο αστάθειας αν οι εξωτερικές συνθήκες αλλάξουν.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για τα «υπερκέρδη» των τραπεζών ενισχύει τη δυσπιστία. Το 2024 οι κυπριακές τράπεζες κατέγραψαν κέρδη-ρεκόρ, σε μεγάλο βαθμό χάρη στα αυξημένα επιτόκια. Ταυτόχρονα, χιλιάδες πολίτες πληρώνουν ακόμα το τίμημα της προηγούμενης κρίσης. Αυτή η αντίθεση δεν ξεχνιέται εύκολα.
Η ουσία είναι απλή: η οικονομική σταθερότητα δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε αριθμούς και δείκτες. Χρειάζεται και κοινωνική νομιμοποίηση. Χρειάζεται εμπιστοσύνη.
Αν δεν υπάρξει μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση — όπου μέρος του οφέλους από τις πωλήσεις δανείων μεταφέρεται και στους δανειολήπτες, όπου ενισχύεται η διαφάνεια και αποκαθίσταται η αίσθηση δικαιοσύνης — τότε το πρόβλημα δεν θα είναι άμεσα ορατό, αλλά θα είναι βαθιά ριζωμένο.
Ίσως το μεγαλύτερο ρίσκο για την Κυπριακή οικονομία δεν είναι πλέον τα «κόκκινα δάνεια». Είναι η απώλεια εμπιστοσύνης της νέας γενιάς προς το ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα — και η σταδιακή μεταφορά των ευκαιριών εκτός της τοπικής οικονομίας.

Θέλεις να προστατέψεις την επιχείρησή σου;
Μίλα μαζί μας για Financial Modeling, Risk Management και Business Planning.
